Ξεκίνησες νωρίς στη βιοπάλη της ζωής
πήρες για όπλο την αντάρτικη ματιά της μάνας σου
αθώο βλέμμα 13 χρονών παιδάκι
και στο τέρας της Αθήνας άλλο ένα επαρχιωτάκι
Η ζωή σε είχε μισήσει πριν προλάβεις να ανασάνεις
και τα ωραία στα κράταγε ψηλά να μην τα φτάνεις
μα δεν ήξερε η πουτάνα τον αντίπαλό της
κι εσύ άναβες τσιγάρο όταν σκορπούσε το κακό της
Η μουτζούρα έγινε σάρκα σου κι ο τόρνος παρηγόρια
όταν στροφάραν οι στιγμές σου πετώντας γρέζια
δεν σε λύγισαν ποτέ όσα τράβηξες ζόρια
κι ήσουν ο πρώτος που σου λέγαν στην υγειά σου στα τραπέζια
Χρόνια δύσκολα και που στρώμα να πλαγιάσεις
μόνο μερικές σανίδες το κορμί να ξεκουράσεις
ένα άφιλτρο σαντέ συντροφιά σου μες στο κρύο
περατζάδα στο Βοτανικό και στο Μεταξουργείο
Ύστερα μέλος στο συνδικάτο του μετάλλου
μαχητής κι ονειρευτής ενός κόσμου άλλου
ενός κόσμου που ονειρεύεσαι να δεις ακόμα
να σου κι εκείνη η στιγμή που εντάχτηκες στο κόμμα
Τρία γράμματα! Ετσι φώναζες περήφανος
κι ο λόγος σου στα αυτιά μου πάντα απίθανος
σφυροδρέπανο στο στήθος και ντουντούκα στο χέρι
αγκαζέ με κάποιο σύντροφο που τώρα δεν σε ξέρει
Μπροστινή στις απεργίες κι ο δρόμος σου σχολείο
και παρέμβαση στο κολατσιό στο συνεργείο
ήσουν πάντα μαύρο πρόβατο και κόκκινο πανί
και εφιάλτης για το αφεντικό η δικιά σου η φωνή
Αργότερα τραβήχτηκες μετά από κάποια σκηνικά
που όπως μου`λεγες δεν ήτανε τόσο Μαρξιστικά
όμως συνέχιζες κι ακόμα συνεχίζεις
να παλεύεις και για κάποιους που μέσα σου τους βρίζεις
Να κοιτάς το παρελθόν σου κι όλα πίσω να τ`αφήνεις
να πετάς μες στο ποτήρι αναμνήσεις και να πίνεις
Παράλληλα υπήρχα και εγώ να μεγαλώνω
να κρατάω φυλαχτό μου τα λόγια σου στο χρόνο
ένας μπόμπιρας σκαρφαλωμένος στις δικές σου πλάτες
και στα μάτια σου να ψάχνω αληθινούς επαναστάτες
Και μεγάλωνα κρατώντας τη ματιά σου
τη λεβέντικη κι αλήτικη θωριά σου
ένα άγχος να με τρώει αν θα γίνω σαν εσένα
κι ένας φόβος πως τα λόγια μου από σένα είναι παρμένα
Όμως ποτέ μου δεν σου είπα πως πέρασα πολλά
μα είχα πάντα τη ματιά σου δύναμη μου
αυτή μου θύμιζε να ζω και να φωνάζω δυνατά
αυτή είχε αράξει τόσα χρόνια στην ψυχή μου
Τώρα σου φτάνει ένας μεζές κι ένα ποτήρι κρασί
κι αναπολείς το κουρασμένο σου ταξίδι
βλέπεις τον γιο σου να σκορπάει όσα του`μαθες εσύ
και σιγοκλαίς όταν σου βάζει Καζαντζίδη
Μα βλέπω κούραση στα μάτια σου και μια μελαγχολία
που δεν είχα ποτέ μου συνηθίσει
βλέπω απ`τα λόγια σου ένα άγχος και μία αγωνία
αν η ζωή στο τέλος θα σε αγαπήσει
Όσο για μένα θέλω να ξέρεις το εξής
έχω ζώσει όσα μου`μαθες σαν σφαίρες στα στήθια μου
να είμαι πάντα ειλικρινής και αξιοπρεπής
μα την είδα ποιητής για να πουλάω την αλήθεια μου
Όσα γράφω κι όσα λέω είναι η κληρονομιά μου
όσα δεν σου`πα ποτέ τα τραγουδάω
λευτερώνω ένα τραγούδι που βγαίνει απ`την καρδιά μου
δεν μπορώ με άλλο τρόπο να σου πω πως σ`αγαπάω.
Από το προσωπικό μου άλμπουμ `` Δεν με ρώτησε κανείς``
Το τραγούδι αυτό είναι γραμμένο για τον πατέρα μου.