Που να σε κρύψω , πως να σε μάθω να μη βιάζεσαι
έχεις γεμίσει αμυχές από το άδικο
είσαι μπροστάρης που πηγαίνει χωρίς σκέψη στο κακό
και πληγώνεσαι , κουράζεσαι.
Που να σου δείξω , όμορφα μέρη και γαλήνια
πως να σε πείσω λίγο πίσω να σταθείς
να σου προτείνω μια ζωή συμβιβασμένη και πειθήνια
το ξέρω θα με σιχαθείς.
Θα θελα λίγο να σου μάθω να μη νοιάζεσαι
να σου θυμήσω το ποιος νοιάστηκε για σένα
το πονηρό τους βλέμμα το άδειο τους το σώμα συντροφιά
στα μάτια σου τα δακρυσμένα.
Το αγέρωχο σου το κορμί , μαχαίρι ακονισμένο που τον άνεμο λαβώνει
άλλη μια μέρα τόσο ίδια ξημέρωσε γυμνή και σπας τα χείλη σου
μα μέσα σου νυχτώνει.
Σε ποια κρυψώνα , σε ποιον ατέλειωτο χειμώνα
να ξερα που χεις κλειδώσει την ανόθευτη ματιά σου
Για ποιους ξοδεύεις την αλήθεια σου ακόμα
μα πονάει στα βουβά και ματώνει η καρδιά σου.
Που να σε κρύψω που να σε βρω και να σε αγγίξω
να γίνω πλάτανου σκιά να ξαποστάσεις
καυχιέσαι άτρωτος λεβέντη μου μα μέσα σου η πληγή
έχει μπολιάσει και φοβάμαι μην αδειάσεις.
Που να σε κρύψω που να σε βρω και να σε αγγίξω
να γίνω πλάτανου σκιά να ξαποστάσεις
καυχιέσαι άτρωτος λεβέντη μου μα μέσα σου η πληγή
έχει μπολιάσει και φοβάμαι μην αδειάσεις.
Που να σε κρύψω να γίνω χώμα να πλαγιάσεις
λίγο νερό στη χούφτα σου να ξεδιψάσεις
τι κι αν αυτός ο κόσμος μέρα με τη μέρα σε σκοτώνει
τουλάχιστον ποτέ σου δεν θα αλλάξεις.
Κοίτα εκεί έξω , κοίτα τους πως συναναστρέφονται
κοίτα τη μάζα σαν χταπόδι πως απλώνεται
κοίτα πως ψάχνει κάπου για να γαντζωθεί
κι αντί να ντρέπεται , αυτή κορδώνεται.
Κοίτα χαμόγελα και χειραψίες πολλές
κοίτα πως γέμισε και πάλι ο μπουφές
κοίτα το αίμα στα ακροδάχτυλα τους κάτω απ`τις στολές
μα μη τρομάξεις , ήταν ολόιδιοι και χθες.
Που να σε κρύψω πες μου που να πω για σένα
πως είσαι μόνος , απροστάτευτος , γυμνός
πρώτη γραμμή βάζεις τα στήθη σου εμπρός
κι έχεις απέναντι όλο το ψέμα.
Την όλο σάλια γλιστερή μετριοπάθεια
το σιχαμένο συρφετό που ψάχνει κάπου να πιαστεί
πλασάρει άποψη το τσίρκο κι έχει ήδη στηθεί
για να τους πείσουν , θα κάνουν ότι χρειαστεί.
Μα εσύ εκεί ακλόνητος κι αρματωμένος
δεν παραδίνεσαι , δεν συνθηκολογείς γονατιστός απ`τις πληγές και λαβωμένος
κρατάς στα χέρια το φιτίλι της οργής.
έχεις γεμίσει αμυχές από το άδικο
είσαι μπροστάρης που πηγαίνει χωρίς σκέψη στο κακό
και πληγώνεσαι , κουράζεσαι.
Που να σου δείξω , όμορφα μέρη και γαλήνια
πως να σε πείσω λίγο πίσω να σταθείς
να σου προτείνω μια ζωή συμβιβασμένη και πειθήνια
το ξέρω θα με σιχαθείς.
Θα θελα λίγο να σου μάθω να μη νοιάζεσαι
να σου θυμήσω το ποιος νοιάστηκε για σένα
το πονηρό τους βλέμμα το άδειο τους το σώμα συντροφιά
στα μάτια σου τα δακρυσμένα.
Το αγέρωχο σου το κορμί , μαχαίρι ακονισμένο που τον άνεμο λαβώνει
άλλη μια μέρα τόσο ίδια ξημέρωσε γυμνή και σπας τα χείλη σου
μα μέσα σου νυχτώνει.
Σε ποια κρυψώνα , σε ποιον ατέλειωτο χειμώνα
να ξερα που χεις κλειδώσει την ανόθευτη ματιά σου
Για ποιους ξοδεύεις την αλήθεια σου ακόμα
μα πονάει στα βουβά και ματώνει η καρδιά σου.
Που να σε κρύψω που να σε βρω και να σε αγγίξω
να γίνω πλάτανου σκιά να ξαποστάσεις
καυχιέσαι άτρωτος λεβέντη μου μα μέσα σου η πληγή
έχει μπολιάσει και φοβάμαι μην αδειάσεις.
Που να σε κρύψω που να σε βρω και να σε αγγίξω
να γίνω πλάτανου σκιά να ξαποστάσεις
καυχιέσαι άτρωτος λεβέντη μου μα μέσα σου η πληγή
έχει μπολιάσει και φοβάμαι μην αδειάσεις.
Που να σε κρύψω να γίνω χώμα να πλαγιάσεις
λίγο νερό στη χούφτα σου να ξεδιψάσεις
τι κι αν αυτός ο κόσμος μέρα με τη μέρα σε σκοτώνει
τουλάχιστον ποτέ σου δεν θα αλλάξεις.
Κοίτα εκεί έξω , κοίτα τους πως συναναστρέφονται
κοίτα τη μάζα σαν χταπόδι πως απλώνεται
κοίτα πως ψάχνει κάπου για να γαντζωθεί
κι αντί να ντρέπεται , αυτή κορδώνεται.
Κοίτα χαμόγελα και χειραψίες πολλές
κοίτα πως γέμισε και πάλι ο μπουφές
κοίτα το αίμα στα ακροδάχτυλα τους κάτω απ`τις στολές
μα μη τρομάξεις , ήταν ολόιδιοι και χθες.
Που να σε κρύψω πες μου που να πω για σένα
πως είσαι μόνος , απροστάτευτος , γυμνός
πρώτη γραμμή βάζεις τα στήθη σου εμπρός
κι έχεις απέναντι όλο το ψέμα.
Την όλο σάλια γλιστερή μετριοπάθεια
το σιχαμένο συρφετό που ψάχνει κάπου να πιαστεί
πλασάρει άποψη το τσίρκο κι έχει ήδη στηθεί
για να τους πείσουν , θα κάνουν ότι χρειαστεί.
Μα εσύ εκεί ακλόνητος κι αρματωμένος
δεν παραδίνεσαι , δεν συνθηκολογείς γονατιστός απ`τις πληγές και λαβωμένος
κρατάς στα χέρια το φιτίλι της οργής.